ἱερής

ἱερής,
A v. ἱερεύς. [full] ἱερητεία, [full] ἱερητεύω, [dialect] Ion. for ἱερᾱτ-. [full] ἱερία, [dialect] Ion. -ίη, v. ἱέρεια.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιερής — ἱερής, ὁ (ΑΜ) ο ιερέας. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για υστερογενή αρκαδικό τ. αντί ιερεύς*] …   Dictionary of Greek

  • -ιέρης — κατάληξη αρσενικών ουσιαστικών ιταλικής προελεύσεως πρβλ. γκαραζιέρης, γκρουπιέρης, γονδολιέρης, καμαριέρης, καμηλιέρης, κανονιέρης, καροτσιέρης, λαντζιέρης, λαουτιέρης, μαουνιέρης, μπαγκιέρης, μπιραριέρης, μπουρλοτιέρης, πορτιέρης, σκουνιέρης,… …   Dictionary of Greek

  • Ἱερῆς — Ἱερή fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερῆς — ἱερά serpent fem gen sg (epic ionic) ἱεράζω serve as priest fut ind act 2nd sg (doric) ἱερεύς priest masc nom pl ἱερεύς priest masc nom/voc pl ἱερή fem gen sg (epic ionic) ἱερός filled with fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἱερῇς — Ἱερή fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερῇς — ἱερά serpent fem dat pl (epic ionic) ἱεράζω serve as priest fut ind act 2nd sg (doric) ἱεραί filled with fem dat pl (epic ionic) ἱερεύς priest masc nom pl (attic) ἱερή fem dat pl (epic ionic) ἱερός filled with fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαουζιέρης — ο (σε σπογγαλιευτικό πλοίο) ο ναύτης που στέκεται στο πρωραίο κατάστρωμα και επικοινωνεί διά μέσου τού κολαούζου με τον δύτη ο οποίος έχει καταδυθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < κολαούζος, με τη σημ. 4. + κατάλ. ιέρης (< ιταλ. iere), πρβλ. κοινον ιέρης,… …   Dictionary of Greek

  • λαουτιέρης — και λαουτάρης, ο αυτός που παίζει λαούτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λαούτο + κατάλ. ιέρης, (πρβλ. καμηλ ιέρης, τιμον ιέρης)] …   Dictionary of Greek

  • μπουρλοτιέρης — ο 1. αυτός που διευθύνει μπουρλότο, ο πυρπολητής 2. (κατ επέκτ.) εμπρηστής 3. μτφ. άνθρωπος ριψοκίνδυνος, που διακινδυνεύει τα πάντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπουρλότο + κατάλ. ιέρης < ιταλ. κατάλ. iere (πρβλ. κανον ιέρης, τιμον ιέρης)] …   Dictionary of Greek

  • σκουνιέρης — ο, Ν ο πλοίαρχος σκούνας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκούνα «είδος ιστιοφόρου πλοίου» + κατάλ. ιέρης (πρβλ. γονδολ ιέρης, τιμον ιέρης)] …   Dictionary of Greek

  • μπιραριέρης — ο, θηλ. μπιραριέρα και μπιραριέρισσα ιδιοκτήτης ή υπάλληλος μπιραρίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπιραρία + κατάλ. ιέρης (πρβλ. γκαραζ ιέρης)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.